Η υπερψήφιση του νομοσχεδίου για τη τριτοβάθμια εκπαίδευση από τη Νέα Δημοκρατία προκάλεσε πολλές συζητήσεις. Η συναίνεση προβλήθηκε από κάποιους ως ένα νέο δεδομένο που προοιωνίζει μια ευρύτερη αλλαγή πολιτικής γραμμής από την αξιωματική αντιπολίτευση. Είναι, όμως, έτσι;
Κατ’ αρχάς η Νέα Δημοκρατία ως αντιπολίτευση απέδειξε εμπράκτως ότι δεν πολιτεύεται με μικροκομματικά κριτήρια. Απέδειξε ότι δεν είναι ΠΑΣΟΚ. Δεν είπε «όχι» σε όλα. Δεν κατέβασε τον κόσμο στα πεζοδρόμια... Δεν υπονόμευσε επενδυτικές συμφωνίες... Δεν επιδόθηκε σε λαϊκίστικους θεατρινισμούς... Δεν καταψήφισε συλλήβδην ότι ερχόταν προς ψήφιση στο κοινοβούλιο.
Γνώμονας σταθερός και αταλάντευτος στάθηκε και εξακολουθεί να παραμένει το συμφέρον του τόπου. Έτσι και στο κρίσιμο ζήτημα της παιδείας η στάση μας υπήρξε το ίδιο υπεύθυνη.
Άλλωστε, οι προθέσεις μας για ριζικές τομές είχαν αποδειχθεί και στο παρελθόν. Τόσο με το νόμο Σουφλιά το ’92, όσο και με το νόμο Γιαννάκου το ’07, επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστούν παθογένειες στο χώρο της παιδείας. Έγιναν απόπειρες να διορθωθούν τα κακώς κείμενα, να δοθούν σύγχρονες απαντήσεις στους αναχρονισμούς που κρατούν τα πανεπιστημιακά ιδρύματα δέσμια του χθες που η κοινωνία έχει πια ξεπεράσει.
Και τότε, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, το ΠΑΣΟΚ εναντιώθηκε με κάθε τρόπο στην ψήφιση και στην εφαρμογή τους. Επικράτησε η μικροκομματική λογική, ο στόχος της με κάθε τρόπο κατάκτησης της εξουσίας.
Αντιθέτως, η Νέα Δημοκρατία προσήλθε στη πρόσφατη συζήτηση του νομοσχεδίου του υπουργείου παιδείας με θέσεις και προτάσεις. Και επιμείναμε σε αυτές μέχρι τέλους. Κυρίως στην κατάργηση του καρκινώματος, όπως κατάντησε, του ασύλου στα πανεπιστήμια αλλά και στην εκλογή πρυτανικών αρχών από την ακαδημαϊκή κοινότητα.
Επιμείναμε και πετύχαμε. Γιατί είμαστε βέβαιοι ότι αυτές οι αλλαγές θα ωφελήσουν τα πανεπιστημιακά ιδρύματα και το σύνολο της κοινωνίας.
Ας μην αυταπατώνται, επομένως, οι σεναριογράφοι της συναίνεσης άνευ όρων! Με τα ίδια κριτήρια θα καθορίζουμε και στο μέλλον τη στάση μας. Δεν υπάρχει καμία «λευκή επιταγή». Όπου χρειάζεται θα συναινούμε και όπου απαιτείται θα ασκούμε κριτική, και σκληρή κριτική, όπως στα ζητήματα της οικονομίας της διαφάνειας και της εξωτερικής πολιτικής. Αυτό θεωρούμε υπεύθυνη αντιπολίτευση.