11-07-2010_
Ο Άρθουρ Μίλλερ έγραψε τον «Θάνατο του Εμποράκου» το 1948.
Πηγή έμπνευσης του έργου του στάθηκε ο πατέρας του που είχε κατάστημα με γυναικεία ρούχα στη Νέα Υόρκη. Στο κραχ του 1929 καταστράφηκε κι από εκείνη την ημέρα έπαψε να κοιτάει το γιο του στα μάτια. Ο Γουίλλυ Λόμαν, ο εμποράκος του έργου, ζει την τελευταία ημέρα της ζωής του. Χωρίς δουλειά, χωρίς όνειρα, και με τον τρόμο ότι στα μάτια των άλλων θα είναι ένας αποτυχημένος. Μέσα από τη ζωή του Λόμαν, ενός πλασιέ (Death of a salesman είναι ο πρωτότυπος τίτλος), ο Μίλλερ εξετάζει το μύθο του αμερικανικού ονείρου, τις ελπίδες και τους φόβους της μέσης κοινωνικής τάξης. Το έργο, που παίζεται στην Ελλάδα με «εμποράκο» τον εξαιρετικό πάντοτε Θύμιο Καρακατσάνη και με μεγάλη επιτυχία, έχει μια δραματική επικαιρότητα.
Η επικαιρότητά του, 61 χρόνια μετά το ανέβασμά του στο Broadway, έγκειται σε δύο λόγους. Ο πρώτος είναι η πρωτοφανής οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα και πλήττει ιδιαίτερα τους μικρομεσαίους. Η αύξηση των λουκέτων σε όλη την επικράτεια είναι εκρηκτική. Τα κίτρινο-κόκκινα ενοικιαστήρια και πωλητήρια στις βιτρίνες των κλειστών καταστημάτων μοιάζουν με κηδειόχαρτα. Συμβολίζουν το τέλος μιας άλλοτε σφύζουσας καταναλωτικής δραστηριότητας, η οποία, καλώς ή κακώς, στήριζε την ανάπτυξη. Από την αρχή του χρόνου έχουν κλείσει 16.000 εμπορικές επιχειρήσεις, ενώ οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες καθώς μέχρι το τέλος του έτους αναμένεται να βάλουν λουκέτο άλλες 30.000!
Πίσω, όμως, από τα κλειστά καταστήματα κρύβονται άνθρωποι, ζωές, ελπίδες. Το αμερικανικό όνειρο, τηρουμένων των αναλογιών, επικράτησε και στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες. Το χρήμα κατέστη η κυρίαρχη ή, μάλλον, η μοναδική αξία μιας μέχρι τότε παραδοσιακής κοινωνίας. Ο λιτοδίαιτος και εργατικός Έλληνας, μετατράπηκε μέσα σε διάστημα που ορίζουμε ως «one generation time» σε υπερκαταναλωτή. Ο ορίζοντας φαινόταν να μην έχει όρια. Όλα ήταν πιθανά, όλα μπορούσαν να συμβούν. Η κοινωνική κινητικότητα αυξήθηκε κατακόρυφα. Υπήρξαν, όμως, και σημάδια που θα έπρεπε να μας προβληματίσουν για την πορεία που πήραμε. Αδιαφορήσαμε λόγω της τεχνητής ευφορίας. Κι η έκπληξη για το «τέλος εποχής» είναι καθολική.