11-04-10_
Η χώρα πλήττεται από μια βαθιά οικονομική κρίση με διαστάσεις κοινωνικές, ηθικές και πολιτικές. Το κοινωνικο-οικονομικό μοντέλο της μεταπολίτευσης φαίνεται να παραπαίει. Η παγκόσμια οικονομική κρίση έφερε στην επιφάνεια όλες τις παθογένειες της ελληνικής οικονομίας με ρίζες που εκτείνονται στην δεκαετία του ’80. Η διόγκωση του δημόσιου τομέα, τα δάνεια, τα ελλείμματα και τα χρέη, η ενοχοποίηση της επιχειρηματικότητας και η γραφειοκρατία που λειτουργεί ανασχετικά σε κάθε επένδυση είναι η βαριά κληρονομιά του χθες.
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, παρέμεινε για μήνες δέσμια των προεκλογικών της εξαγγελιών, που είχαν την γνωστή συνταγή της ανέξοδης παροχολογίας. Η απαράδεκτη καθυστέρηση οδήγησε τη χώρα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και την κατέστησε εύκολο στόχο των διεθνών κερδοσκόπων. Τελικά, η κυβέρνηση υπό καθεστώς επιτροπείας αναγκάστηκε να λάβει επώδυνα μέτρα που θα ήταν ηπιότερα εάν τα είχε λάβει άμεσα το φθινόπωρο. Μέτρα που είναι μόνο εισπρακτικού χαρακτήρα και οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε ασφυξία την αγορά, σε απόγνωση χιλιάδες επιχειρήσεις και νοικοκυριά και βυθίζουν την οικονομία σε ύφεση και εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες στην ανεργία.
Η απαισιοδοξία είναι πλέον διάχυτη. Αν δεν υπάρξει φως στο τούνελ με αναπτυξιακά μέτρα και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα εξόδου από την κρίση θα οδηγηθούμε σε κοινωνικές εκρήξεις και κατάρρευση της κοινωνικής συνοχής. Η κρίση μπορεί να γίνει ευκαιρία αρκεί να τολμήσουμε όσα δεν έγιναν στο παρελθόν υπό τον φόβο του πολιτικού κόστους.
Σε πρώτη φάση απαιτούνται πρωτοβουλίες αναπτυξιακού χαρακτήρα που, χωρίς σημαντικό δημοσιονομικό κόστος, θα αλλάξουν το κλίμα. Για παράδειγμα θα πρέπει να επιταχυνθούν οι διαδικασίες δημοπράτησης της νέας γενιάς έργων που έχουν ενταχθεί στο ΕΣΠΑ, καθώς και τα Έργα Συμπράξεων Δημοσίου-Ιδιωτικού Τομέα. Επίσης, να απλοποιηθεί η αδειοδότηση των επιχειρήσεων και επιπλέον να περικοπούν δραστικά οι σπατάλες του κράτους, όπως αυτές που η ίδια η ΑΔΕΔΥ υποδεικνύει.
Μακροπρόθεσμα, όμως, θα πρέπει να στοχεύσουμε σε μια νέα στρατηγική ανάπτυξης. Όπως δείχνει και η εμπειρία της αντιμετώπισης της κρίσης σε διεθνές επίπεδο, το κράτος δεν μπορεί να έχει ούτε τον ρόλο του «νυχτοφύλακα» ούτε του «επιχειρηματία». Αντίθετα πρέπει να καταστεί ο κύριος υποβοηθητικός μοχλός της ανάπτυξης που θα συντονίζει τις προσπάθειες για την δημιουργία ενός ευνοϊκού επιχειρηματικού κλίματος. Μόνον έτσι θα ανθίσει η ιδιωτική πρωτοβουλία και θα προσελκυσθούν εγχώριες και ξένες επενδύσεις.
Ο κύριος στόχος μας πρέπει να είναι η αύξηση της πραγματικής παραγωγής, η «μεγέθυνση της πίτας», έτσι ώστε να αυξηθεί και το μερίδιο που δικαιούται ο καθένας μας. Έτσι θα μειώσουμε την ανεργία και θα δώσουμε στους νέους την δυνατότητα να εκφράσουν δημιουργικά τις ιδέες και την διάθεσή τους να εργασθούν.
Ταυτόχρονα, να οικοδομήσουμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που να συνδέεται με τις εγχώριες ανάγκες της νέας οικονομία και να μη βγάζει στην αγορά «φουρνιές» νέων ανέργων.
Και ως κοινωνία, όμως, πρέπει να αλλάξουμε το στρεβλό μοντέλο της κατανάλωσης με την ιλιγγιώδη αύξηση των εισαγωγών και να κάνουμε στροφή σε παραγωγικές δραστηριότητες που στηρίζονται σε ποιοτικά χαρακτηριστικά και άρα είναι ανταγωνιστικές. Αν αναλογισθούμε γιατί οι Έλληνες εκτός συνόρων πετυχαίνουν σε όλους τους τομείς θα βρούμε τη λύση.
Οι δυνατότητες υπάρχουν, αυτό που απαιτείται είναι η πολιτική βούληση και τα γρήγορα ανακλαστικά. Οι διεθνείς επαφές και τα καλά λόγια συμπάθειας των ξένων ηγετών από μόνα τους δεν μπορούν να μας προσφέρουν τις λύσεις για το αύριο. Μόνοι μας θα τις βρούμε, μόνοι μας θα τις παλέψουμε για να δώσουμε ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.