Συμπληρώθηκαν φέτος 35 χρόνια από τη μεταπολίτευση. Αναμφίβολα, η χώρα διάγει τη μακροβιότερη περίοδο ανέφελης δημοκρατίας με ομαλή εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία. Αυτό που σήμερα θεωρείται αυτονόητο δεν ήταν πάντα δεδομένο. Κινήματα, πραξικοπήματα, παρασκηνιακές ίντριγκες με εμπλοκή του Στέμματος και του Στρατού ήταν σύνηθες φαινόμενο στην ελληνική πολιτική ζωή μέχρι το 1974. Πόσο ώριμη όμως είναι η δημοκρατία μας; Είναι δείγμα ωριμότητας η «εργαλειοποίηση» του Συντάγματος από την αντιπολίτευση για την πρόκληση πρόωρων εκλογών με την άρνηση της να συμμετέχει στην εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας;
Το Σύνταγμα είναι ο βασικός καταστατικός χάρτης της χώρας που καθορίζει τη λειτουργία θεμελιωδών θεσμών της Πολιτείας. Είναι θησαύρισμα συσσωρευμένης σοφίας θα λέγαμε του συνόλου του νομικού μας πολιτισμού και αποτελεί κοινοτοπία ο σεβασμός που πρέπει να αποπνέει, εκτός από το γράμμα του και το πνεύμα του.
Εσχάτως, και με αφορμή τις δημόσιες παρεμβάσεις επιφανών Συνταγματολόγων, όπως οι καθηγητές Κασσιμάτης και Τσάτσος που μίλησε για «ερμηνευτικό περίγελο» αναφερόμενος στη διάθεση του ΠΑΣΟΚ να καταψηφίσει εσκεμμένα τον Κάρολο Παπούλια για να εκβιάσει εκλογές και να τον επανεκλέξει αμέσως μετά, άνοιξε ένας διάλογος περί νομιμοποίησης ή μη ενός κομματικού σχηματισμού να κάνει κατάχρηση συνταγματικής δυνατότητας για να οδηγήσει τη χώρα σε πρόωρες εκλογές.
Χωρίς να διεκδικώ τις δάφνες του ειδικότερου σε ερμηνευτικά ζητήματα συνταγματικού ενδιαφέροντος, θεωρώ πως είναι πασίδηλο πως η στάση του ΠΑΣΟΚ συνιστά εξόφθαλμη παραβίαση του νοήματος του Συντάγματος, αφού καθιστά μια πανθομολογουμένως σωστή λύση, αυτή της επανεκλογής στο ύπατο αξίωμα του κ. Παπούλια, εργαλείο πολιτικού καιροσκοπισμού. Η αξιωματική αντιπολίτευση με αυτή την επιλογή της πετά στον κάλαθο των αχρήστων ένα κομβικής σημασίας πολιτικό κεκτημένο, αυτό της διακομματικής συναίνεσης. Κεκτημένο που μεταπολιτευτικά έχει απορροφηθεί εθικά από τον πολιτικό μας πολιτισμό και ο εξοστρακισμός του αποτελεί πολιτική αήθεια και επικίνδυνη πρακτική.
Το ΠΑΣΟΚ βεβαίως προκρίνει αξιολογικά το κατ΄ αυτό μείζον, που συμφώνως με την επιχειρηματολογία του, είναι το καλό του τόπου. Έφτασε, μάλιστα, κορυφαίο του στέλεχος να ταυτίζει το εθνικό με το κομματικό συμφέρον. Το κατά πόσο αυτό είναι συμφεροντολογικό πρόκριμα ή αγαθή προαίρεση το αντιλαμβάνονται και τα νήπια αυτής της χώρας. Γεγονός, πάντως είναι ότι η πλειονότητα των πολιτών δεν επιθυμούν πρόωρες εκλογές, όπως προκύπτει και από πρόσφατη δημοσκόπηση. Ωστόσο, στην Ιπποκράτους έφτασαν στο σημείο να απαξιώνουν τον δημόσια εκφερόμενο επιστημονικό λόγο περί του πνεύματος του Συντάγματος, προχωρώντας σε ανερυθρίαστες δίκες προθέσεων και οδηγώντας σε πολιτική και ηθική απαξία κάθε ερμηνευτική απόπειρα.
Και βέβαια κάθε συμψηφισμός με την στάση της Νέας Δημοκρατίας το 2000 είναι άκαιρη και άτοπη. Άκαιρη διότι η πολιτική πρακτική δεν μπορεί να αντλεί νομιμοποίηση από άλλες λάθος πρακτικές, αν υποτιθέμενα υπήρξαν, και άτοπη διότι το πολιτικό τοπίο ήταν τότε απολύτως διαφοροποιημένο. Θυμίζω πως ο κ. Σημίτης είχε κερδίσει τις εκλογές το 1996 και η εν λόγω προεδρική εκλογή ήταν το Μάρτιο του 2000, στο λυκόφως της τετραετίας. Συνεπώς, οι πρόωρες εκλογές τότε –τις οποίες τελικά ορθώς δεν επέβαλε η ΝΔ- επί της ουσίας δεν θα φαλκίδευαν τη βούληση του ελληνικού λαού, όπως θα συμβεί τώρα, αν το ΠΑΣΟΚ επιλέξει να βάλει τη χώρα σε εκλογική περιπέτεια.
Σε κάθε περίπτωση, η ήδη εκπεφρασμένη άποψή μου είναι περί συνταγματικής κατοχύρωσης της τετραετίας, ώστε το κυβερνητικό έργο να μπορεί να παράγεται απρόσκοπτα, με αποφυγή πολύμηνων προεκλογικών περιόδων ή και εκκίνηση της εκλογολογίας την επομένη των εκλογών όπως συνέβη το 2007. Και το ΠΑΣΟΚ φέρει ακέραιη την πολιτική ευθύνη για το τοπίο ρευστότητας που δημιουργήθηκε. Όπως έχει και πολιτική ευθύνη για το γεγονός ότι στρατηγικά, με πολιτικό καιροσκοπισμό, «φρόντιζε» οι κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας να κυβερνούν με οριακές πλειοψηφίες με την παράλληλη επωδό πως είναι υπέρ της απλής αναλογικής που ποτέ δεν «χρεώθηκε» όταν κυβερνούσε. Αντιθέτως, η Νέα Δημοκρατία παρότι είχε τη δυνατότητα, δεν χρησιμοποίησε ποτέ τον εκλογικό νόμο ως όπλο στη φαρέτρα της.
Η πολιτική συνέπεια των δύο κομμάτων εξουσίας κρίνεται συνεχώς τουλάχιστον από τη μεταπολίτευση και εντεύθεν. Και η παρούσα συγκυρία θα δώσει ακόμη μία διαπίστευση της συνέπειας αυτής. Αν το ΠΑΣΟΚ επιμένει να αποδομήσει μία κορυφαία πολιτική κατάκτηση δεκαετιών θα είναι υπόλογο ενώπιων όλων των μελλοντικών δυσλειτουργιών που θα προκύψουν, αφού θα έχουμε απολέσει ένα πολιτειακό σημείο κομματικής και κοινωνικής ισορροπίας. Οι πολίτες σε κάθε περίπτωση αξιολογούν και κρίνουν… και η κρίση αυτών δικαία εστί…
Ο δρ. Μάξιμος Χαρακόπουλος είναι Βουλευτής Λαρίσης της Νέας Δημοκρατίας, Πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων και Άμυνας της Βουλής των Ελλήνων.