Στην Ιταλία, ο Μπερλουσκόνι την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενος έσπευσε να δικαιολογήσει το «στήσιμο» που επεφύλαξε στον Πρόεδρο της βουλής και τους εκπροσώπους τους ιταλικού έθνους ο Καντάφι, που πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στη Ρώμη. Η κατανόηση στα καπρίτσια του Λίβυου ηγέτη εξηγείται αν συνυπολογίσει κανείς τις οικονομικές συμφωνίες και κυρίως το ενδιαφέρον των Ιταλών για από κοινού αντιμετώπιση του σοβαρού μεταναστευτικού κύματος που δέχονται από τα αφρικανικά παράλια.
Το πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί μεμονωμένα από κανένα κράτος. Χρειάζεται συνεργασία με τις χώρες προέλευσης και ενιαία ευρωπαϊκή πολιτική. Στην Ελλάδα, χώρα της υπερβολής, αρεσκόμαστε στα θαύματα. Θαύματα, όμως στην πολιτική δεν συμβαίνουν. Το πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης και της διαχείρισης δεκάδων χιλιάδων παράνομων μεταναστών που ήρθαν στη χώρα μας ευελπιστώντας να μπουν στον παράδεισο της Ευρώπης –γιατί έτσι βλέπουν τη γηραιά ήπειρο- δεν μπορεί να λυθεί σε χρόνους τηλεοπτικών δελτίων. Από τη στιγμή που η πολιτεία αποφάσισε να ασχοληθεί σοβαρά με το θέμα θα πρέπει να διασφαλίσει ανθρώπινες συνθήκες για τους παράνομους μετανάστες και όχι να τους στοιβάξει σε «αποθήκες ανθρώπων». Ας μη ξεχνούμε ότι και οι μετανάστες είναι άνθρωποι! Χρειαζόμαστε δηλαδή τις κατάλληλες υποδομές, για το κόστος των οποίων δεν μπορεί να… σφυρίζουν αδιάφορα οι εταίροι μας στην ΕΕ.
Τα σύνορα της Ελλάδας είναι ευρωπαϊκά σύνορα και θα πρέπει να φυλάσσονται αποτελεσματικότερα. Εμείς είμαστε το ανατολικό σύνορο της ΕΕ και στις μέρες μας δεν υπάρχει Διγενής Ακρίτας να το φυλά. Η πρόταση Καραμανλή για τη δημιουργία ευρωπαϊκής ακτοφυλακής έρχεται να καλύψει αυτό το κενό. Ξεκάθαρη, όμως θα πρέπει να είναι και η θέση της ΕΕ προς την Τουρκία, απ’ όπου κυρίως έρχονται οι ορδές των λαθρομεταναστών. Η ενταξιακή πορεία της γείτονος κρίνεται και από τη συμμόρφωσή της στην εφαρμογή του πρωτοκόλλου επαναπροώθησης παράνομων μεταναστών.
Για να γίνουν αυτά θα χρειαστεί εύλογος χρόνος. Τούτο, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι μέχρι να υπάρξει συνολική αντιμετώπιση του προβλήματος, θα πρέπει να συνεχίσουν οι αρχές να αντιμετωπίζουν το κέντρο της πρωτεύουσας ως «ζώνη ανοχής στην ανομία», όπως συνέβη με τα Εξάρχεια και τα Ζωνιανά.