
Ακούγοντας, κανείς, βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που αμφισβητούν την ύπαρξη της Γενοκτονίας των χριστιανών της Ανατολής, αναρωτιέται σε τι κινδύνους μπορεί να υποπέσει μια χώρα που στο όνομα της καλής γειτονίας ή ιδεοληψιών μπορεί να θυσιάζει την ιστορική αλήθεια.
Η μνήμη των θυμάτων της Γενοκτονίας του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας από τον τουρκικό εθνικισμό τιμήθηκε και εφέτος, με εκδηλώσεις σε όλη τη χώρα με την απουσία, όμως, της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά και με ειδική συνεδρίαση στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Ταυτόχρονα τιμήθηκε και η μνήμη όσων επέζησαν και ήρθαν πρόσφυγες στη Ελλάδα κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες. Άνθρωποι που όχι απλώς ρίζωσαν, αλλά πρόκοψαν και διακρίθηκαν στη νέα πατρίδα, αντιμετωπίζοντας πολλές φορές την καχυποψία, όχι μόνο της ελληνικής διοίκησης, αλλά και της ελληνικής κοινωνίας. Ας μη λησμονούμε ότι πολλές φορές αντιμετωπίστηκαν ως ξένο σώμα. Φτάσανε στο σημείο κάποιοι γηγενείς να αμφισβητούν ακόμη και την ελληνική, εθνική συνείδηση των προσφύγων, αποκαλώντας τους «τουρκόσπορους» και «τουρκομερίτες».
Σωστά η Μικρασιατική Καταστροφή θεωρείται σημαντικότερη και από την Άλωση της Πόλης. Διότι με την πτώση της Βασιλεύουσας μπορεί να έπαψε να υφίσταται η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία –αυτό που οι Φράγκοι επέβαλαν να λέμε Βυζαντινή Αυτοκρατορία–, με την Μικρασιατική Καταστροφή, όμως, έπαψε ουσιαστικά να υφίσταται ο ανατολικός πνεύμονας του ελληνισμού.
Οι φετινές, ωστόσο, εκδηλώσεις απέκτησαν έναν ιδιαίτερο τόνο, καθώς συνέπεσαν με τη ψήφιση του λεγόμενου «αντιρατσιστικού» νομοσχεδίου. Θυμίζουμε ότι σε αυτό συμπεριλήφθηκε, μετά από συντονισμένη παρέμβαση βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας και ο κολασμός για την άρνηση της Γενοκτονίας των Χριστιανών της Ανατολής. Και ως τέτοιους εννοούμε τους Πόντιους και Μικρασιάτες Έλληνες, τους Αρμένιους αλλά και τους Ασσύριους. Ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά –από τότε που διατυπώθηκε η περιώνυμη θεωρία περί «συνωστισμού» στην προκυμαία της Σμύρνης, θεωρία πρόκληση και προσβολή στη μνήμη των θυμάτων της Καταστροφής– έγινε τόση συζήτηση για το ζήτημα.
Δυστυχώς, όμως διαπιστώσαμε ότι αρνητές της Γενοκτονίας υπάρχουν και στην ελληνική βουλή. Τα επιχειρήματα που επικαλέστηκαν είτε αφορούσαν επιφανειακή ανάγνωση των ίδιων των τραγικών γεγονότων είτε έκαναν επίκληση της ανάγκης για διατήρηση σχέσεων καλής γειτονίας με την Τουρκία.
Όσοι, καλόπιστα ή μη, υποστηρίζουν ότι η σφαγή της Σμύρνης δεν συνιστά πράξη γενοκτονίας, αλλά είναι μια πράξη αντεκδίκησης προς τον ελληνικό στρατό που βρέθηκε στην Ιωνία, προκειμένου να απελευθερώσει τους αλύτρωτους Έλληνες της Μικράς Ασίας, είναι φανερό ότι αντιλαμβάνονται τη Μικρασιατική Καταστροφή αποσπασματικά και άρα στρεβλά. Η πικρή αλήθεια είναι ότι το σχέδιο της εξόντωσης των Χριστιανών της Ανατολής ήταν ένα και ενιαίο –γι’ αυτό μιλούν πια και Τούρκοι ιστορικοί- και τέθηκε σε εφαρμογή τουλάχιστον από το 1914: η εθνική ομογενοποίηση της Τουρκίας, η απαλλαγή από τα άλλα έθνη, αρχικά από τους αλλόθρησκους, όσους δεν ήταν μουσουλμάνοι. Θα προσέθετα, μάλιστα, ότι η τελευταία πράξη του δράματος που ξεκίνησε στις αρχές του 20ού αιώνα στην Μικρά Ασία, ολοκληρώνεται στις μέρες μας, στη Μεσοποταμία, στις αρχαίες κοιτίδες του Χριστιανισμού, όπου απειλούνται με οριστική εξαφάνιση οι Χριστιανοί.
Ιδού λοιπόν, η αξία που έχει η ιστορική γνώση, η ανάγκη να μην παραιτείσαι από την υπεράσπιση της αλήθειας για το παρελθόν. Αν το κάνεις στο όνομα οποιασδήποτε σκοπιμότητας ή του «πολιτικά ορθού», που έχει αναδειχθεί στις ημέρες μας σε κυρίαρχο ρεύμα, αργά ή γρήγορα θα το βρεις μπροστά σου. Αντιθέτως, χρέος μας είναι, προπαντός για τις γενιές που έρχονται, να αναδεικνύουμε την ιστορική πραγματικότητα.
Τέλος, δεν μπορώ να μην αναφερθώ σε δύο γεγονότα που προκάλεσαν αλγεινή εντύπωση και δημιούργησαν εύλογα ερωτηματικά.
Το ένα αφορά στην αβλεψία, ή αδιαφορία(;), της ΝΕΡΙΤ να καλύψει, έστω υποτυπωδώς, τις επίσημες εκδηλώσεις για την Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Μικρασιατών. Ένα αρνητικό δείγμα γραφής από τη δημόσια τηλεόραση που δεν μπορεί παρά να έχει ως αποστολή και τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης, της ταυτότητας και του πολιτισμού μας. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα έχει συνέχεια.
Το δεύτερο αφορά στη στάση του ΣΥΡΙΖΑ, που… έλαμψε με την απουσία του από τις εκδηλώσεις για τη Γενοκτονία που διοργανώθηκαν στην Αθήνα από την Ομοσπονδία Προσφυγικών Σωματείων Ελλάδος και την Περιφέρεια Αττικής, λησμονώντας τη θεσμική ευθύνη που έχει ως αξιωματική αντιπολίτευση. Καλά, δεν έχουν στις τάξεις τους παιδιά και εγγόνια προσφύγων που άκουσαν από πρώτο χέρι τις μαρτυρίες για τη σφαγή και τη γενοκτονία; Δεν βρέθηκε ένας πρόθυμος να τους εκπροσωπήσει; Τόση απαξία; Αλλά και στη Βουλή με ομιχλώδη και ασυνάρτητη επιχειρηματολογία, ο ΣΥΡΙΖΑ, εξέφρασε ουσιαστικά την αντίθεσή του στην ποινικοποίηση της άρνησης της Γενοκτονίας των Χριστιανών της Ανατολής. Στις επανειλημμένες ερωτήσεις μας εάν προτίθενται να καταργήσουν, εφόσον ο κόσμος τους εμπιστευθεί την διακυβέρνηση της χώρας, τους νόμους που ομόφωνα ψήφισε η βουλή για τις Γενοκτονίες, εισπράξαμε εύγλωττη σιωπή. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να ισχύει το «άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε» που επιθυμεί η αξιωματική αντιπολίτευση, καλό είναι κάθε πολίτης και ιδιαίτερα οι απόγονοι προσφύγων, να το γνωρίζουν.
Ο Μάξιμος Χαρακόπουλος είναι βουλευτής Λαρίσης της Νέας Δημοκρατίας, πρώην αναπληρωτής υπουργός.